Μουστάκια, σειρήνες και ογκόλιθοι

Μαζί με τον υπόλοιπο κατάλογο των Μπλακ Σάμπαθ επανακυκλοφορούν και οι δύο δίσκοι της μέσης περιόδου, εκείνης δηλαδή πριν τον ερχομό του Τόνυ Μαρτιν και μετά την αποχώρηση του Ρόννυ Τζέημς Ντίο. Γκρίζα ζώνη, με εμπλοκή μεγάλου αριθμού μουσικών και με αποτέλεσμα η κυριότητα της από το όνομα των Σάμπαθ να αμφισβητηθεί από τον ίδιο τον Αϊόμμι. Ο πρώτος δίσκος είναι γνώριμός μου από παλιά, σε εποχές που τα ταμεία των δισκοπωλείων είχαν καταλάβει φωστήρες πρόθυμοι να σχολιάσουν οτιδήποτε. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η πρόταση ήταν να επιστραφεί στο ράφι το κάθε Dehumanizer – Born Again – Eternal Idol και ο νεανίας να επιλέξει ό, τι δεν είχε με τον Όζυ στη φωνή. Εάν ο μικρός τύχαινε αγύριστο κεφάλι, ο φωστήρας δεν θα επέμενε αλλά θα προλαβαίνε να ρίξει την υποτιμητική του ματιά στο εξώφυλλο που τράβηξε την προσοχή. Χρόνια μετά, θα διαπίστωνα πως μερικοί δίσκοι με τον Όζυ μπορούσαν όντως να περιμένουν και εδώ το αιρετικό έγκειται στο ότι δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στους δύο τελευταίους.

Το να συγκρίνεις περιόδους των Σάμπαθ είναι αντίστοιχο του να συγκρίνεις μήλα με πορτοκάλια· διαφορετικά δηλαδή, αλλά εξίσου σημαντικά για την υγεία. Τι μπορεί να κάνει δηλαδή το πολυτάραχο αυτό μεσοδιάστημα «περίοδο»; Σίγουρα όχι κάτι που περιέχεται στους δίσκους, αλλά σε άλλα θέματα η μοίρα ήταν κοινή:  το Born Again και το Seventh Star μέχρι σήμερα δεν έχουν κυκλοφορήσει σε σιντί για τις Ηνωμένες Πολιτείες και αυτό μάλλον δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, καθώς οι πρόσφατες επανακυκλοφορίες απευθύνονται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ενώ σήμερα αυτό δεν έχει σημασία, σε εποχές που το ενδιαφέρον γύρω από το όνομα αναζωπυρωνόταν από νεότερους μουσικούς οι δίσκοι απουσίαζαν από ράφια, αφαιρώντας από κάποιους το δικαίωμα και να τους μισήσουν. Και δεν σταματά εκεί το κακό ριζικό τους: όταν οι Σάμπαθ περιόδευαν πια με τον Τόνυ Μάρτιν την υφήλιο, τα τραγούδια αυτά απουσίαζαν από το πρόγραμμα το ταγμένο να υπηρετήσει τον εκάστοτε νέο δίσκο και  τα «χρυσά χρόνια». Μπορούμε να μιλήσουμε λοιπόν για δουλειές που αδικούνται· κυρίως μία από αυτές.

Η υφολογική αλλά και ποιοτική για μερικούς ασυνέχεια εξηγείται και χωρίς αναφορά στο προσωπικό· άλλωστε, ποτέ δεν τέθηκε θέμα για το ποιος διαφεντεύει, αλλά για το τι ελευθερίες θα επέλεγε αυτός να δώσει. Για τον δεύτερο δίσκο τα πράγματα είναι σαφή: αποτελεί προσωπικό δίσκο του γκόμενου της Λίτα Φορντ, με ό, τι αυτό συνεπάγεται· η εταιρία δεν ήταν πρόθυμη να το κυκλοφορήσει χωρίς το όνομα των Σάμπαθ και η ιστορία λήγει εκεί. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να ειπωθεί για το Born Again· οι εμπλεκόμενοι εξακολουθούν μέχρι σήμερα να διαφωνούν, τόσο για το αν υπήρξε προκαθορισμένη ημερομηνία λήξης της συνεργασίας όσο και για τον σκοπό της: Τα όσα πέτυχε το Iommi-Butler-Ward-Gillan Project και τα όσα πάλι δεν θέλει να θυμάται φαίνεται πως το έκαναν να αναθεωρήσει πολλές φορές τις προτεραιότητές του. Μια κατάσταση τραβηγμένη από τα μαλλιά, ένα πάντρεμα που η Ιστορία της μουσικής αυτής βιάστηκε να κρίνει ως το πιο παράταιρο κεφάλαιό της. Σήμερα, με αφορμή τις επανακυκλοφορίες, τη νέα συνεργασία των Αϊόμμι-Γκίλλαν, την επίσκεψη του τελευταίου στη χώρα αλλά και την ευρεία διάδοση όλου του καταγεγραμμένου υλικού της περιόδου το Born Again επανεξετάζεται. Το διαδίκτυο μετακινεί τον δίσκo, λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία, αλλά σίγουρα ψηλότερα στις συνειδήσεις. Ακολουθούν μια μικρή έρευνα γύρω από τη δημιουργία του και σκέψεις για αυτόν και τον όποιο αντίκτυπo. Όλα αυτά συνοδευόμενα με γονυκλισίες άλλων συγκροτημάτων προς αυτόν γιατί, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον αυτό που γράφει το δελτίο τύπου: το Born Again είναι ματιά σε ένα παράλληλο σύμπαν.

«Ήμουν απολύτως «καθαρός» στις ηχογραφήσεις του δίσκου, η όλη εμπειρία ήταν εντελώς διαφορετική από εκείνη του Heaven and Hell· πραγματικά απήλαυσα τη συνεισφορά μου στον δίσκο. Ήταν ένα ευχάριστο συναίσθημα που είχε να κάνει με το να είσαι ζωντανός. Υπήρξε μια καλή ενέργεια σχετικά με το να είσαι νηφάλιος.» –Μπιλ Γουόρντ

Πολυεπίπεδη ξενέρα; Όχι για όλους. Μερικοί ισχυρίστηκαν πως ο Ίαν Γκίλλαν κλήθηκε για να κρατήσει τη θέση κάποιου άλλου ζεστή· θέση στην οποία ο Γκίλλαν σκαρφάλωσε και χόρεψε, για να την κομματιάσει λίγο μετά και να την αναδομήσει σε κάτι νέο. Αποτέλεσμα; Το πολύπαθο όνομα των Σάμπαθ φαντάζει για πρώτη και τελευταία φορά στην ιστορία του λίγο, με τον Αϊόμμι να καθιερώνει το Smoke on the Water στις συναυλίες και να τζαμάρει μερικά ακόμη Γκίλλαν classics. Την ίδια στιγμή άφηνε στην άκρη υλικό σπουδαίο: πιο κοντά στα όσα δοκίμαζαν τα νεότερα συγκροτήματα, το The Fallen παρουσιάζεται σήμερα επισήμως πια για να δώσει μια ιδέα του τι ήταν εφικτό με μια μακροημέρευση της συνεργασίας. Επιχειρήματα για τη μη προσθήκη του στον δίσκο βρίσκονται (το λιγότερο τέλειο), ο παραμερισμός του όμως μόνο ως προσωρινός δικαιολογείται (τα δάκτυλα του λείπανε του ανθρώπου, όχι τ’ αυτιά).

κλικ στην εικόνα για το τραγούδι

Τι μπήκε όμως στον δίσκο; Το συγκρότημα με τα τραγούδια του 1983 ξεδιπλώνεται λίγο ακόμη προς όλες τις γνωστές μουσικές του κατευθύνσεις. Το εναρκτήριο Trashed είναι άλλη μια μελέτη στην κοσμογονία του Paranoid, ακριβώς όπως και τα κομμάτια που άνοιγαν τους δυο προηγούμενους δίσκους. Το Disturbing the Priest είναι μια σαρδόνια εκδοχή του γνωστού μουσικού τους σκότους, με τις αρμονικές, τους γέλωτες και τα παιγμένα στο κλαβιέ του Τζέοφ Νίκολς τύμπανα του κουπλέ να αποτελούν λίγες από τις ιδέες του πιο πειραματικού από πλευράς ήχων δίσκου τους.

«Είχα μια πεταλιέρα της Γιαμάχα, πρέπει να έφτιαξαν λίγες από αυτές. Ήταν κάτι σαν πείραμα, δεν κυκλοφόρησαν νομίζω ποτέ στην αγορά. Τη χρησιμοποίησα κυρίως στο Born Again. Υπήρχε μπόλικο πράμα εκεί – όλα αυτά τα περίεργα που ο κόσμος νόμιζε για πλήκτρα· ήταν το μπάσο!» – Γκήζερ Μπάτλερ

Αν και οι Σάμπαθ θεωρούνταν ανέκαθεν πολύ μαλλιαροί για δημιουργία σάουντρακ, θα μπορούσαν να προσφέρουν σπουδαίες ατμόσφαιρες στο πεδίο· το Stonehenge είναι μια ιδέα του πληκτρά πάνω στην οποία ο Γκήζερ προσθέτει το πειραγμένο του μπάσο, ενώ το The Dark είναι εξ ολοκλήρου του δευτέρου, ο οποίος διατηρεί τους υποβρύχιους ήχους του μέχρι την ολοκλήρωση του Zero the Hero που ακολουθεί. Του οποίου Zero the Hero το ριφ πρέπει να ακούσει κανείς στην ντέμο εκδοχή για να αντιληφθεί τι ακριβώς παίζεται (το μόνο παράπονο που δεν ήξερα πως είχα από την παραγωγή). Θυμάμαι μικρότερος να σκέφτομαι πόσο ραπ είναι ο τρόπος που τραγουδά ο Γκίλλαν στα κουπλέ του κομματιού. Σήμερα φυσικά δεν κάθομαι να αναρωτηθώ τέτοια πράματα, είμαι σίγουρος πως αυτό που ακούω είναι ραπ (1983, οι Run–D.M.C. δεν έχουν υπογράψει ακόμη).  Το Κeep it Warm από την άλλη είναι η πρώτη τους επίσκεψη στα μπλουζ ως κάτι το ξένο. Για το Ηot Line κάποιοι ισχυρίζονται πως γέννησε το ριφ του (You Gotta) Fight For Your Right (To Party), αλλά δεν τους πιστεύω. Επίσης λέγεται πως το Zero the Ηero γέννησε το ριφ του Paradise City και τους πιστεύω. Οι Τρεις με λίγα λόγια έκαναν ό, τι όφειλαν στους εαυτούς τους και με το παραπάνω.  Η σειρά του αντικαταστάτη έχει έρθει, αλλά πως είναι δυνατόν να μιμηθεί κάποιον ο Γκίλλαν;

«Δεν έχω άποψη για τους δίσκους των Σάμπαθ, δεν τους έχω ακούσει.» -Ίαν Γκίλλαν, 1983

Η μουσική τους δεν είναι η μόνη για την οποία ο Γκίλλαν δηλώνει τότε άγνοια· αυτό φαίνεται στην επιμονή του να χαρακτηρίζει το συγκρότημα μπλουζ ροκ. Τη νέα μουσική ταυτότητα την έχουν μάθει ήδη και οι πέτρες, με σπουδαία πνευματικά τέκνα του ίδιου του τραγουδιστή να λάμπουν υπό αυτή. Ο Γκίλλαν όμως παρέμενε ξεχασμένος σε μια τζαζ ροκ χρονοκάψουλα και αντιμετωπίζει την κατάσταση με τη δική του οπτική. Τόσο ο Αϊόμμι όσο και ο μάνατζερ του συγκροτήματος θέλουν να παίξουν στο τερέν με τους νεότερους, ο Γκίλλαν όμως δεν γνωρίζει ακριβώς πως. Γνωρίζει όμως ποιος είναι. Ο Κόβερντεηλ χλευάζει δημοσίως τότε και ο Ντίο βρίσκεται σε permanent facepalm για αυτή την εταιρική συνεργασία, αλλά ο τραγουδιστής δεν μασά. Γνωρίζοντας πως η επανένωση των Ντηπ Περπλ απέχει μόλις δυο χρόνια, για αρχή αδιαφορεί για ό, τι λέγεται και χαλαρώνει. Έπειτα αξιοποιεί τη θολή εικόνα που έχει για ένα μουσικό ρεύμα που κινείται προς τα άκρα, ακούει τι του υπαγορεύει η ίδια η μουσική περί υπερβολής και εν συνεχεία παραδίδει τις πιο έντονες ερμηνείες του. Οι άνθρωποι που πέρασαν μέχρι τότε από το μικρόφωνο των Σάμπαθ κυνηγήθηκαν από δαιμόνια, έπαιξαν με αυτά, άλλοτε κάθισαν να συζητήσουν μαζί τους. Ο Ιαν Γκίλλαν δαιμονίστηκε.

«Όπως βλέπω εγώ τα πράγματα, σήμερα έχω περισσότερο χρόνο για να αποτρελαθώ. Μπορώ να παλαβώνω όποτε το θελήσω.» -Ίαν Γκίλλαν, 1983

Με το πέρας των ηχογραφήσεων στα ανοιχτά της Οξφόρδης, ο Μπιλ «Καλή Ενέργεια» Γουόρντ επιστρέφει στο κέντρο αποτοξίνωσης. Ο Γκίλλαν θα έχει ήδη γλιτώσει παρατρίχα τη ζωή του, η τεχνητή λίμνη του στούντιο θα έχει ανατιναχτεί, ο ιερέας του διπλανού χωριού θα υποφέρει από έλλειψη ύπνου και η Σάρον Όζμπορν από ανεξήγητο λόξυγγα· το συγκρότημα βρίσκει την πρώτη ύλη για τους στίχους σε βιώματα όπως επιζητεί ο Γκίλλαν αλλά όλα αυτά μεταμορφώνονται σε θέματα λατρευτά για τους υπολοίπους! Και δεν σταματά εκεί: στο ομώνυμο τραγούδι αντικατοπτρίζονται παραστατικά τα συναισθήματα του παλιοροκά που έχασε την αίγλη του, όταν αυτός αποφασίζει να αναβιώσει περασμένα μεγαλεία. Στίχοι όμορφοι που λένε περισσότερα για τους τριαντάρηδες τότε Σάμπαθ από οποιοδήποτε σχετικό κείμενο. Αυτοί συνοδεύονται από μια εξ ίσου όμορφη, νοσταλγική μα και «Θετική Ενέργεια» σύνθεση.

Σε όλα τα παραπάνω φυσικά προσδίδει έναν πολύ γνωστό χαρακτήρα η παρουσία των τριών της πρώτης και μακροβιότερης σύνθεσης. Το «ναι» του Γουόρντ ήταν ευλογία από μόνο του, ικανό να επηρεάσει τα πάντα: ο Μάλκομ Κόουπ, ο άνθρωπος με το οποίον τα κομμάτια δομούνται αρχικώς στο Μπέρμινχαμ, μαθαίνοντας για τον μεγάλο ερχομό αποφασίζει να παίξει όσο το δυνατόν πιο λιτά, αφήνοντας χώρο για να αναπτυχθούν όσα θα δικαιολογήσουν το όνομα Σάμπαθ. Και παραμένει υποβοηθώντας τον Γουόρντ καθ’ όλη τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Η συνεργασία των τριών με άλλον τραγουδιστή συμβαίνει μόνο εδώ και στο Heaven and Hell, αλλά οι διαφορετικές συνθήκες δημιουργίας έχουν ήδη αναφερθεί. Ο Γουόρντ θα ευλογούσε με την παρουσία του άλλη μια σύνθεση των Μπλακ Σάμπαθ.

«Είναι χάλια. Αλλά είναι τρομερό!» -Ο Γκήζερ Μπάτλερ για το εξώφυλλο

Ο υπεύθ ανεύθυνος για το εξώφυλλο ισχυρίζεται πως παρέδωσε μερικές στο πόδι κακοτεχνίες ώστε να διακόψει με τον τρόπο αυτό τη συνεργασία (παράλληλα συνεργαζόταν με την ομάδα του Όζυ). Αν θέλουμε τον πιστεύουμε, αλλά η αλήθεια βρίσκεται στο ό,τι το διαόλι κατάφερε τελικά να βρει το κοινό του: σε πρώτο στάδιο τους Μπάτλερ και Αϊόμμι, σε δεύτερο τους απανταχού και ανά τις δεκαετίες λάτρεις του ιδιαιτέρου. Ο δυτικός κόσμος τότε δεν θα μπορούσε να είναι πιο αμερικανικός, οι γεωγραφικές αποστάσεις όμως εξακολουθούσαν να έχουν τον τελευταίο λόγο: στις επαρχίες τις αρκετά μακρινές για να φτάσει το σήμα του Εμ τιβι ή τα νέα του δαγκώματος της νυχτερίδας, ένα εξώφυλλο σαν αυτό αποτελεί ό, τι πιο ισχυρό μπορεί να ειπωθεί στα μικρά πολιτιστικά κέντρα, τα δισκοπωλεία. Έτσι συντελείται θαύμα, κόσμος στην Ελλάδα να μη γνωρίζει το Supernaut αλλά το Zero the Hero, φτωχαδάκια στο Μπέλο Οριζόντε να παθιάζονται με τη μουσική που έκρυβε το εξώφυλλο αυτό και άλλα του Μπέρμινχαμ να εκτίθενται στον περιβόητο ήχο του. Το Born Again με το εξώφυλλο ως δούρειο ίππο φτάνει στα σωστά αισθητήρια όργανα, σκλαβώνοντας μελλοντικούς πειραματιστές της παραμόρφωσης. Όσον αφορά την παραγωγή, η μια πλευρά λέει πως ευθύνονται ενισχυτές που έσκασαν εντός του μόνιτορ και άλλη πως οι μπομπίνες εκτέθηκαν σε υγρασία και άλλη στον Γκήζερ Μπάτλερ. Δεν είναι βέβαιο αν αυτός ο πνιγμένος στα μπάσα ήχος ήταν επιλογή, αλλά δεν έχει και σημασία: αν βοήθησε έστω και λίγο τους Ερθ (17:00) και τους Γκάντφλες αυτό του κόσμου να νιώσουν πιο άνετα στην ηχητική τους νοοτροπία, άξιζε. Ταυτοχρόνως, ο κάφρος που δεν έχει εισχωρήσει ακόμη στην κουλτούρα του ασπρόμαυρου ξέρει πως ό, τι δηλώσει εικαστικά, πρέπει να το κάνει με χρώματα κτυπητά σαν τη μουσική του· τα παραδείγματα δεν βρίσκονται μόνο στους εκάστοτε Γκλεν Μπέντον και Κρίστοφερ Μπαρνς αλλά και σε κλασικομέταλλους που δεν συνέπλεαν με την σύγχρονή τους ακρότητα. Έτσι βρήκαν και άλλοι την υγειά τους, με παραδοσιακούς ήχους αλλά ποτέ συμβατικούς (1, 2, κ.α.). Οι Μπλακ Σάμπαθ το 1983 θέτουν ξανά τα στάνταρντς της ασχήμιας φροντίζοντας να τη συνοδεύσουν με απαράμιλλη τραγουδοποιία· όπως οι Ντάρκθορουν έπειτα από δέκα χρόνια  και όχι όπως οι Μετάλλικα έπειτα από είκοσι.

«Ένας δημοσιογράφος με ρώτησε αν γνωρίζω το Born Again. «Φυσικά», του είπα. «Μπλακ Σάμπαθ, Zero the Hero, ένας από τους καλύτερούς τους δίσκους.» Μου λέει τότε: «Αυτό ακριβώς, το St. Anger σε καμιά εικοσαριά χρόνια θα είναι όπως το Born Again, γιατί όταν αυτό κυκλοφόρησε οι πάντες το μισούσαν και τώρα έχει τον σεβασμό όλων. Περίμενε και θα δεις, το St. Anger θα γίνει Born Again.» – Ο Λαρς Ούλριχ σε αναμονή

Ο δίσκος είναι εμπορικά ο πιο πετυχημένος τους τότε από την εποχή του Sabbath Bloody Sabbath. Αν ο Ρίτσι Μπλάκμορ δηλαδή τα έφτιαχνε με την Καντίς Νάιτ λίγα χρόνια νωρίτερα, εκτός από παιδεραστής θα είχε οδηγήσει και την ομάδα του Born Again σε μακροημέρευση. Είναι λογικό να μην πιστεύει κανείς τον κάθε άνθρωπο με πληκτρολόγιο, αλλά πρέπει να πιστέψει την επιτυχία ενός δίσκου του οποίου η προώθηση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ (ο Γκίλλαν είχε αποχωρήσει πριν την προβολή του δευτέρου βίντεο) αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η συνεργασία αυτή επισφραγίσθηκε: Χειμώνας του ’83 και ώρες μετά την επίσημη λήξη οποιουδήποτε επαγγελματικού ραντεβού, μερικοί σουρωμένοι σε μια παμπ με το ζόρι μπορούν να κρατήσουν το κεφάλι τους όρθιο, ευτυχισμένοι που γνώρισαν ανθρώπους με τα ίδια, σπάνια για την εποχή βιώματα. Το επόμενο πρωί ο Γκίλλαν δεν θα θυμάται πως έχει πει «ναι», και όπως όλα αυτά τα «ναι» του ξημερώματος και της σούρας οδηγούν σε περιπέτειες. Όμως φυσικά και αξίζουν την κάθε φορά, για την απόλυτη ειλικρίνεια της στιγμής και μόνο για αυτή. Κρίνοντας από τα κατοπινά έργα του Αϊόμμι και των επανασυνδεδεμένων Ντηπ Περπλ, τη Μουσική γενικότερα δεν θα τη χαλούσε η προοπτική αυτής της μακροημέρευσης. Οι λόγοι της διάλυσης τελικά είναι οικονομικοί και λόγοι κόπωσης (Μπάτλερ), με την προσωπική σχέση του Μουστάκια και της πάλαι ποτέ Σειρήνας να μην χαλάει έκτοτε. Οι μπομπίνες του δίσκου είτε είναι ξεχασμένες σε κάποια αποθήκη δισκογραφικής είτε διαβρώνονται μαζί με άλλα σκουπίδια κάτω από τη γη, ίσως και να μη μάθουμε ποτέ. Σήμερα δίδεται προς αγορά άλλο ένα ριμάστερ του δίσκου, και προς τους μουσικόφιλους η μεγάλη πιθανότητα να μην ακουστεί ποτέ μια άλλη μίξη, αλλά ας έχει. Η επανακυκλοφορία του Born Again μπορεί να υστερεί μπροστά σε εκείνη του Seventh Star και των όσων άλλων, αλλά η μουσική του στέκει αγέρωχη: δεινοσαυρικό μέταλ, από αυτό που δεν βρίσκεται στα μουσεία αλλά είκοσι μέτρα πάνω από το κεφάλι σου.

Η περιοδεία που ακολουθεί το Born Again είναι ένα κεφάλαιο που αξίζει δικό του κείμενο. Μέχρι τότε, δυο μέρη της συναυλίας τους στο Μόντρεαλ βρίσκονται εδώ· Παρακολουθήστε τον Γκίλλαν να γαρνίρει με τσιρίδες κλασικά ριφς όπως εκείνο του War Pigs.

Όσες φράσεις των μουσικών δεν έχουν σύνδεσμο είναι παρμένες από το βιβλίο Black Sabbath: Never Say Die! 1979-1997. Πηγή αποτέλεσε και το παλιό καλό Gillan the Hero, μια από τις λίγες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο που είναι αφιερωμένες σε έναν και μόνο δίσκο.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s