Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους

Το κείμενο αυτό αποσκοπεί στο να συλλάβει μέρος της ζημιάς που προκάλεσε  ο τελευταίος δίσκος των Αξέπτ· έχει γραφθεί δε από έναν ολόφρεσκο οπαδό τους! Η τελευταία πληροφορία έχει τη σημασία της: το υλικό είναι επόμενο να αντιμετωπισθεί αλλιώς από κάποιον που ανεμίζει το μπαϊράκι του σχήματος για δεκαετίες και αλλιώς από κάποιον που είδε φως και μπήκε.

Η προσωπική μου επαφή με το σχήμα περιοριζόταν μέχρι προσφάτως σε περιστασιακά ακούσματα των μεγαλύτερων επιτυχιών τους, σε χώρους όπου λίγη σημασία δίνεις στη μουσική· ζήτημα αν δίνουν και εκείνοι που τη βάζουν. Τα γνωστά τους όμως είναι παντού και πάντα, αρκετά ώστε να καταλάβει κανείς πως οι Αξέπτ δεν αποτέλεσαν πυροτέχνημα μα ένα σχήμα άξιο, το οποίο κάλυπτε με επιτυχία τη μουσική περιοχή ανάμεσα στους Τζούντας Πρηστ και τους Έισι-ντίσι. Είναι επίσης αρκετά για να αντιληφθείς πως Χάμμερφωλ και άλλοι κατοπινοί αποτέλεσαν μια εκφυλισμένη εκδοχή του ήχου εκείνου, με αρκετούς της φουρνιάς τους να ταξιδεύουν έως την Αμερική για να ηχογραφήσουν κοντά στον μεταναστεύσαντα κιθαρίστα των Αξέπτ (και να επωφεληθούν από κάποια συμμετοχή που θα τους επέτρεπε  να μιλήσουν για χρίσματα, δαχτυλίδια και ό,τι άλλο τέλος πάντων θάμπωνε τότε το πάουερ μέταλ κοινό). Τα βιώματα λοιπόν στα οποία υπολειπόμουν ήταν ανάλογα με τις προσδοκίες μου (μηδέν) και ανάλογα με τις προκαταλήψεις  μου για την περίπτωση (μηδέν), άρα ο μόνος λόγος αναφοράς του παλαιού τους τραγουδιστή εδώ είναι για το πόσο άσχημα μπορεί να νιώθει σήμερα.

«Τον συναντήσαμε πρόσφατα σε ένα φεστιβάλ στην Τσεχία  – παίζαμε εκείνο το βράδυ – και επέλεξε να είναι εκεί και να ανέβει στη σκηνή για ένα κομμάτι, αλλά όχι με μας· ως καλεσμένος των Λόρντι. Έτσι, άραζε όλη μέρα σε εκείνο το φεστιβάλ και πήγα προς το μέρος του να τον χαιρετήσω. Ηθελα να το αγκαλιάσω και να του πω «Ύστερα από τόσα χρόνια..» μα ήταν πολύ περίεργος, κάπως «Μη με αγγίζεις, παράτησέ με». Δεν ξέρω τι στο διάολο έχει αλλά δεν έχω χρόνο γι΄αυτό.»

Άνοιξη του Δέκα:  διαδικτυακοί χώροι που αρέσκονται να αναπολούν και να νεκραναστένουν τον κάθε ένα που άξιζε να παραμείνει στο χώμα, βρίσκονται σε υπερδιέγερση· αφορμή αυτού μόνο δύο κομμάτια. Με την Άβυσσο και τον Τευτονικό Τρόμο οι Αξέπτ προσέθεταν ένα άψογο EP στον κατάλογό τους, και το μάπα καρπούζι άλμπουμ που μάλλον θα ακολουθούσε θα αποδείκνυε πως τα καλύτερα είναι που βγαίνουν πρώτα στη γύρα, και τα υπόλοιπα ας μην κυκλοφορούσαν ποτέ (ας όψεται η θεώρηση των άλμπουμ ως των πιο ολοκληρωμένων μουσικών έργων). Κεφάλια από τους γειτονικούς χώρους θα γύριζαν προς τα εκεί με έκπληξη όταν η υπερδιέγερση εκείνη θα μετατρεπόταν σε γλέντι. Κάτι που θεωρήθηκε λεηλασία ενός ιστορικού ονόματος είχε καταφέρει τελικά να αποστομώσει, με τους εναπομείναντες ορθοδόξους να καταφεύγουν στο μοναστήρι με βουλωμένα αυτιά και κάνοντας λαλαλαλα για να μη περάσει ούτε νότα. Αδίκως άραγε;

Γενικεύουμε για να κάνουμε τη ζωή μας εύκολη και να αδικούμε τις μειοψηφίες, έτσι είναι κοινός τόπος πως και την παραμικρή αναγνώριση να έχει κάποιος σε μια γωνιά του πλανήτη, θα φροντίσει να την εκμεταλλευτεί μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Βρίσκουν μάλιστα πάτημα όλοι αυτοί στις εκκλήσεις του κάθε τελειωμένου που καταλήγει να εκθειάζει ομπσκιούρ μετριότητες για να κοπάσουν τα κενά που αισθάνεται. Οι μικρότεροι κυλούν ευκολότερα στη λάσπη της αρπαχτής, ενώ οι μεγάλοι, έχοντας τις δικαιολογίες στο τσεπάκι, συνήθως τη γλιτώνουν αλέκιαστοι. Οι περιοδείες δεν πραγματοποιούνται για την προώθηση του εκάστοτε δίσκου αλλά αποτελούν πια κύρια πηγή εσόδων για τα συγκροτήματα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τιμή του εισιτηρίου και την ποικιλία των άχρηστων αντικειμένων που θα συναντήσεις στον προθάλαμο. Για τον λόγο αυτόν τα δεινοσαυράκια συνήθως αρκούνται σε απροβάριστες εμφανίσεις στους τόπους των περασμένων μεγαλείων· κάτι φιλικό προς το περιβάλλον είναι ευτυχώς εξίσου φιλικό και προς τη δισκογραφία τους. Το «χατίρι» των Αξέπτ στον λαό (δύο δεκαετίες μετά τον πρώτο χρυσό δίσκο, καθόλου τυχαίο) κόντευε να θεωρηθεί αναλαμπή μπρος στον επερχόμενο εξευτελισμό. Και όμως να, μεγάλο μέρος του κόσμου τώρα επιθυμεί μια άξια εκπροσώπηση του πρόσφατου δίσκου επί σκηνής! Τόση υστέρηση είχαν όλοι οι άσχετοι για γερμανικό ατσάλι; Με ποιόν τρόπο επηρέασε το χάιπ εμέ τον ταπεινό, όταν μακριά από διαδίκτυα και έντυπα προέκτεινα γροθιές στο άκουσμά του; Γιατί στην τελική αυτή η αναβίωση κατόρθωσε να είναι τόσο λειτουργική  για το συγκρότημα και τους φίλους αυτής της μουσικής; Ακολουθούν μερικές ιδέες.

«Δεν είμαστε στο 1999 και το συγκρότημα των Αξέπτ πρέπει να το αντιμετωπίσει!»

Εάν υπάρχει μία ιδιαιτερότητα στην πορεία των Αξέπτ είναι πως το κόρεσαν και ψόφησε πρόωρα. Για την ακρίβεια, νωρίτερα από ό,τι θα προγραμμάτιζε ο κάθε λογικός μάνατζερ που θέλει να επενδύσει στην κρίση του μεσήλικα οπαδού (δύο δεκαετίες μετά τον πρώτο χρυσό δίσκο, καθόλου τυχαίο). Οι Αξέπτ επανέρχονται στο γνώριμο ύφος τους μόλις πέντε χρόνια μετά την πρώτη διάσπαση, φορώντας απλώς ένα καρό πουκάμισο για εκείνη τη νέα  δεκαετία. Κάπως έτσι, δεν υπάρχει σήμερα σχήμα αντίστοιχου διαμετρήματος που να έχει περάσει τόσες φορές από τη φάση της επανένωσης, του ξεπουλήματος, του πειραματισμού και της αρπαχτής, με πιθανότερη κατάληξη όλων αυτών να σιχάθηκαν όχι τόσο τους συνεργάτες τους όσο τον ίδιο τους τον εαυτό. Στην πορεία αυτή βεβαίως έχει συμβάλλει και η ιδιότυπη σχέση του συγκροτήματος με τη μάνατζέρ του, και σε αυτό συνηγορούν τόσο ο λίβελλος που έκανε την εμφάνισή του στα διαδίκτυα (και που εικάζεται πως προέρχεται από το στρατόπεδο του Ούντο) όσο και το ίδιο το (2010) Blood Of The Nations, το οποίο φιλοξενεί ολόκληρο εγκώμιο στη μάνατζερ, στιχουργό, σύζυγο, χορογράφο (αμέ) και μητέρα Γκάμπυ Χόφμαν. Ο Ούντο Ντίρκσνάιντερ, φωνή και περσόνα ταυτόσημη με το σχήμα, κάποια στιγμή απηύδησε. Είχε τους λόγους του να πιστεύει πως η απόφασή του να μη συνεργαστεί ξανά με την οικογένεια Xόφμαν διέκοπτε οριστικά και την πορεία των Αξέπτ. Οι λοιποί , και λίγο σώφρονες να ήταν, γνώριζαν καλά τι ταφόπλακα είχε πέσει. Γι΄αυτό και είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί πως ο βασικός λόγος ύπαρξής τους στο σημερινό μουσικό στερέωμα είναι απλώς ένα απόγευμα που κύλησε όμορφα…

«Μότορχεντ χωρίς Λέμμυ; Μαίηντεν χωρίς Μπρους; Μέρσιφουλ Φέητ χωρίς Κινγκ Ντάιαμοντ;»

…ο Χόφμαν επισκέπτεται τον μπασίστα Πήτερ Μπάλτες στο στούντιο όπου ηχογραφεί ο γιος του τελευταίου. Έχοντας χρόνια να συνυπάρξουν σε τέτοιο χώρο, δεν αργούν να ξεδώσουν παίζοντας τα δικά τους. Λόγω ελλείψεως τραγουδιστή, ο μηχανικός ήχου ρίχνει την ιδέα να φωνάξουν μια παλιά καραβάνα από εκεί κοντά για να κάνει τον Ούντο. Ένας συνομίληκός τους τότε εμφανίζεται, δίνοντας ρεσιτάλ και φαντασιώνοντας σε εκείνο τον μικρό χώρο πως είναι ο τραγουδιστής των Αξέπτ και παίζει σε κάποια αρένα. Τα «κατάφερε». Μαζεύει τα αυτόγραφά του, χαιρετά τους δύο έκθαμβους Αξέπτ και γυρίζει ικανοποιημένος στην οικογένειά του. Όταν λίγες ημέρες μετά ο Μαρκ Τορνίλλο θα απαντήσει στο τηλεφώνημα του Μπάλτες, εκείνοι δεν θα έχουν ξεκινήσει οντισιόν ή κάτι αντίστοιχο: η χημεία εκείνου του απογεύματος επέβαλε τη λήψη ορισμένων αποφάσεων, κάτι το σπάνιο στα επίπεδα αυτά όπου οι αποφάσεις παίρνονται πρώτα για να ακολουθήσουν απεγνωσμένες αναζητήσεις χημείας. Το ευχάριστο κλίμα θα ήταν εύκολο να αναπαραχθεί στο σανίδι, ζήτημα όμως αν θα περνούσε και στα αυλάκια του δίσκου (υποχρεωτικού για να επικυρωθεί το νέο σχήμα·  η υποτιθέμενη ολοκληρωμένη καλλιτεχνική άποψη που λέγαμε παραπάνω). Τη γαμωσύνη του δίσκου θα εξασφάλιζε τελικά ο άκρατος ενθουσιασμός τους, καθώς μια μέρα μετά την καταφατική απάντηση του Τορνίλλο (και χωρίς ούτε ένα ριφ έτοιμο) ανακοινώνουν στον πλανήτη την επιστροφή τους. Ο πλανήτης θα συσσωρεύσει όλη (μα όλη) του την ενέργεια για να επιστρέψει μια υπερμεγέθη μούντζα στα πρόσωπά τους, και εδώ είναι που θα δοθεί στην οικονομικά επικερδή καλοπέρασή τους νόημα και σκοπός: να καταφέρουν να διασφαλίσουν την υστεροφημία τους σε έναν κόσμο που τους είχε ήδη για περίγελο. Αυτό μόνο μέσω του δίσκου θα μπορούσε να επιτευχθεί. Οι Μετάλλικα κάποτε, χωρίς να ευθύνονται αποκλειστικώς για όλα όσα τους χαρίστηκαν απλόχερα, έψαχναν με τη βοήθεια ειδικού να βρούνε κίνητρα. Οι Αξέπτ, δίχως κάποια πολιτική γύρω από την επιστροφή τους και εν μέσω ευχάριστου κλίματος, καταλήγουν να παίζουν την αξιοπρέπειά  τους κορώνα-γράμματα. Ξεκινούν έτσι με εγωισμό τη συγγραφή των καινούριων τους κομματιών με τη βοήθεια ενός νέου μέλους του οποίου το όνειρο είχε πεθάνει εδώ και χρόνια. Πόσο πιο πετυχημένη συνταγή.

«Για άλλη μια φορά τα τραγούδια γράφτηκαν από τον Πήτερ και μένα· σκαρώσαμε μαζί τον βασικό κορμό και το ρεφραίν του κάθε κομματιού, ένα αρχικό πλαίσιο δηλαδή το οποίο δίναμε από πολύ νωρίς στον Μαρκ. Αυτός έγραφε τους στίχους με αυτό ως βάση και δούλευε κάποιες από τις γραμμές των φωνητικών. Κάποιες τις μετακινούσε, άλλες τις κρατούσες ως είχαν. Σε μερικά τραγούδια μάλιστα σκαρφίστηκε τις δικές του αλλά και μερικές ακόμη ιδέες για τη μουσική. Ήταν μια συλλογική δουλειά.»

Ο Μαρκ Τορνίλλο φέρει αξίες που χαρακτήριζαν το μεταλλικό προσκήνιο πριν χρόνια. Σε τέτοιους τύπους για να δοθεί το μικρόφωνο  σήμερα ή ιδιοκτήτες του κλαμπ πρέπει να είναι ή να λέγονται Μπράιαν Τζόνσον. Ο «νέος» καταφέρνει και αλλάζει άρδην τον χαρακτήρα του σχήματος: η αμερικανιά του βοηθά ώστε να μην οδηγηθεί ο τευτονικός οίστρος στα σύννεφα, ενώ την ίδια στιγμή οι Γερμανοί συμπαρασύρουν τη φωνή αυτή σε μέρη πιο επιβλητικά από εκείνα στα οποία θα βολόδερνε για την υπόλοιπη ζωή της. Σε καλαίσθητη αντίθεση με τα χωρωδιακά και ακουστικά μέρη αλλά και με τα σημεία όπου χρησιμοποιούνται κλασικά έγχορδα, παρουσιάζει στις πιο ευρωπαϊκές συνθέσεις του δίσκου το στοιχείο εκείνο που έλειπε από το τριαλαλά ύφος των επιγόνων τους: αντρίλα. Στο τέλος, ο Άντυ Σνειπ έρχεται να δώσει έναν σύγχρονο τόνο στο όλο εγχείρημα, με τη βασική του συνεισφορά να εντοπίζεται εκτός παραγωγής και στους επιπρόσθετους ρόλους που αναλαμβάνουν συνήθως τύποι σαν αυτόν.

«Ένα ριφ δεν φέρνει την άνοιξη, για να μη πω κάτι βαρύτερο. Χρειάζεσαι στοιχεία που θα αρπάξουν τον ακροατή από το σβέρκο· ένα δυνατό ρεφραίν και μερικές ακόμη λεπτομέρειες που θα κάνουν το τραγούδι τραγουδάρα»

Οι Μπάλτες και Χόφμαν αποδεικνύουν πως ριφς του κάθε εφηβικού δωματίου όπως αυτό της Πανδημίας μπορούν να απογειωθούν εάν δουλευτούν από τους σωστούς μάστορες. Κάποιες προσπάθειες εκμοντερνισμού τους είχαν απαντηθεί και σε παλαιότερες δουλειές, εδώ όμως έχουμε το απόσταγμα εκείνων των νεωτερισμών, με το βίαιο παλμ μιούτινγκ του θρας και τα πάουερ γκρούβζ των Παντέρα να ισχυροποιούν το μείγμα, χωρίς να αλλοιώνουν ούτε λεπτό τη σύσταση του: τα μουσικά στοιχεία από την άλλη άκρη του Ατλαντικού φέρουν πια πλήρη νομιμοποίηση. Δύο χλιαρές στιγμές σε ένα πακέτο των δεκατριών είναι πταίσμα που δεν αποτρέπει κάποιον από το να γράψει πως αυτός είναι ο καλύτερος δίσκος από σχήμα του ’80 για αυτή τη δεκαετία τα τελευταία δέκα χρόνια.

«Δυστυχώς δεν μπορεί να επιτευχθεί ειρήνη χωρίς να χυθεί αίμα.»

Ας είμαστε ευχαριστημένοι που ο σταυρός στον λαιμό του Μαρκ Τορνίλλο δεν τον αποτρέπει από το να ερμηνεύσει τα παλαιά τραγούδια με τις ομοφυλοφιλικές νύξεις. Εάν δεν υπήρχε ιστορικό προηγούμενο και συγκεκριμένη καταγωγή, οι αναφορές στο ομώνυμο για αμυντικές μάχες  εκτός των συνόρων δεν θα είχαν τον ίδιο αρνητικό αντίκτυπο· αλλά δεν μπορεί να γίνει κάτι για αυτό. Η μουσική είναι καταδικασμένη να ερμηνεύεται με βάση τα συγκείμενά της, ανεξάρτητα από τα συναισθήματα που μπορεί να προκαλεί και χωρίς αυτά. Περιέργως, η επέλαση των Γερμανών όπως  αυτή παρουσιάζεται στον Τευτονικό Τρόμο δεν προκαλεί την ίδια δυσφορία, γι’ αυτό ας είμαστε δίκαιοι: τα μιλιταριστικά στοιχεία συνόδευαν το σχήμα από νωρίς, ενώ οι ίδιοι δεν χάνουν ευκαιρία να τονίσουν πως δεν υπάρχουν βαθύτερα μηνύματα, ούτε εκφράζονται πολιτικές θέσεις στους στίχους. Τι νομιμοποιεί λοιπόν την ερμηνεία ενός έργου αν ο καλλιτέχνης διαφωνεί; Η πρόκληση και οι έντονοι συμβολισμοί ήταν ανέκαθεν στοιχείο του χαρακτήρα τους και τα τραγούδια είναι πολύ καλά για να ασχοληθεί κανείς με τον πιθανό συντηρητισμό του Τορνίλλο.  Η Ιστορία θα είναι αυστηρότατη με τον «ακάλεστο» δωδέκατο δίσκο των Αξέπτ καθώς η εξιδανίκευση που πέτυχαν σχήματα αυτής της γενιάς τα έχει μετατρέψει από πολύ νωρίς σε μουσειακά εκθέματα. Οι νέες τους μουσικές όμως δεν έχουν κάτι να φοβηθούν, και αν έχουν κάτι να θυμίσουν, είναι πως κάθε φορά που εμείς γενικεύουμε θα βρίσκονται μερικοί αλήτες για να μας κάνουν τη ζωή δύσκολη.

«Κάποιος να ταχυδρομήσει μια καρότσα από αυτά τα σιντί στον Στηβ Χάρρις.»

Για το παραπάνω χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από μία-δύο συνεντεύξεις του Γουλφ Χόφμαν, ενώ τα σχόλια και το λογοπαίγνιο με τους στίχους του Metal Heart προέρχονται από το Μπλάμπερμάουθ.

About these ads

One response to “Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s