Ωραία η ιδέα της κοπέλας να έρθει με καρναβαλική μάσκα· δυστυχώς δεν μπορούσα να στηρίξω το σκηνικό με εκείνη τη στολή του σεΐχη, ούτε είχα ποτέ μου αγοράσει μπλούζα από τη φιλοζωική Αρκτούρος (εμφανίστηκαν και αυτές). Η συναυλία ήταν για το Αν· σε κάνει να μην σε απασχολεί το πως ακριβώς θα χωρούσαν. Ο δεύτερος κιθαρίστας εξάλλου αποδείχθηκε με συνοπτικές διαδικασίες αχρείαστος και ο ενδιαφερόμενος κόσμος χωρούσε με το παραπάνω. Ίσως σε μια άλλη τοποθεσία να αποφεύγονταν και οι βιντεοπροβολές τους: γυρίσματα ενός απογεύματος, διανθισμένα με μάσκες και windows media player· μέσα που έχουν καταφέρει να σώσουν ολόκληρες εμφανίσεις (Dark Tranquillity) στους Αρκτούρους δεν προσέθεταν κάτι στην καλύτερη, πόσο μάλλον όταν επί των πλείστων κομματιών γινόταν χρήση όλου του φωτισμού. Συνέχεια
Άμαρανθ | Amaranthine
Οκτώμισι χρονών γίνεται πια εκείνο το τραγούδι των Εβανέσενς· κομμάτι ενός σάουντρακ που μαζί με άλλα δύο-τρία του Mission: Impossible II θα ξεκινούσε μια τακτική που θα παρέδιδε στην ανθρωπότητα μια ντουζίνα δίσκων, για άγνωστους λόγους αρκετή για να κάνει κανείς «σκληρό» πρόγραμμα στα κατά τόπους ροκάδικα. Ό,τι έγινε έγινε, καλό είναι να συγχωρείς και να κοιτάς μπροστά όμως το τραγούδι εκείνων των νουμεταλλάδων με την καλεσμένη τραγουδίστρια (έτσι πιστεύαμε τότε), όταν παίχτηκε σε λαϊκό κλαμπ της επαρχίας λίγο πριν τα τσιφτετέλια με έκανε να αφήσω το νοθευμένο κάτω και να αντιληφθώ το εξής: για πρώτη και τελευταία ίσως φορά άκουγα μπρούταλ φωνητικά σε τέτοιους χώρους· ολίγων δευτερολέπτων μεν και χαμηλά στη μίξη, αισθητά δε στον τύπο που μύριζε ακόμη κοπριά. Άλλες εποχές, άλλος αντίκτυπος. Δεν σταμάτησε όμως εκεί: λίγο καιρό μετά και με το τραγούδι να καθιερώνεται όλο και παερισσότερο, θα βίωνα κάτι αντίστοιχο ζώντας μπροστά σε ένα δημοτικό στάδιο. Λεπτά πριν οι ιαχές μυρίων παρθένων καλωσορίσουν τον Μιχάλη Χατζηγιάννη στον τόπο τους, το σχήμα που τον συνόδευε εκτελεί μαζί με μια από τα δεύτερα το γνωστό πλέον Bring Me to Life. Μπορεί ο Μιχάλης να μην ανέβηκε για τα μπρούταλ αλλά αυτό δεν διέκοψε τη σκέψη: αν (λέμε, αν) η μουσική βιομηχανία επιβίωνε για μερικά χρόνια ακόμη, τι σκατά θα είχε παιχτεί στους δέκτες μας; Συνέχεια
O Aλέξι είναι homeboy
…και αυτό πρέπει να ισχύει εδώ και καιρό, τώρα θα περνά τη φάση όπου επανανακαλύπτει τους Μπάθορυ και όλα εκείνα τα τρισμέγιστα της εφηβείας του. Μα πως αλλιώς να εξηγηθεί, ετοιμάζεσαι να ακούσεις μια κακή εκδοχή του Root με εμβόλιμα σόλο της υπερβολής και της αυτοαναίρεσης αλλά δεν· αντιμετωπίζεις ένα φαν με σκούφο, αρκετά ενθουσιασμένο που βρίσκεται εκεί πάνω και μόνο ώστε να αρκεστεί σε bröfist1 και δυο-τρία σφυρίγματα με την κιθάρα για το καλό. Ο βασικός λόγος που τέτοια πράγματα συμβαίνουν σήμερα είναι το ότι κάποτε μια πολύ συγκεκριμένη ομάδα παραγόντων είχε μια πολύ συγκεκριμένη θεώρηση για το που τελειώνει και που ξεκινά η μουσική αυτή. Συνέχεια
Μουστάκια, σειρήνες και ογκόλιθοι
Μαζί με τον υπόλοιπο κατάλογο των Μπλακ Σάμπαθ επανακυκλοφορούν και οι δύο δίσκοι της μέσης περιόδου, εκείνης δηλαδή πριν τον ερχομό του Τόνυ Μαρτιν και μετά την αποχώρηση του Ρόννυ Τζέημς Ντίο. Γκρίζα ζώνη, με εμπλοκή μεγάλου αριθμού μουσικών και αποτέλεσμα η κυριότητα της από το όνομα των Σάμπαθ να αμφισβητηθεί και από τον ίδιο τον Αϊόμμι. Ο πρώτος δίσκος είναι γνώριμός μου από παλιά, από εποχές που τα ταμεία των δισκοπωλείων είχαν καταλάβει φωστήρες πρόθυμοι να σχολιάσουν οτιδήποτε. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η πρόταση ήταν να επιστραφεί στο ράφι το κάθε Dehumanizer | Born Again | Eternal Idol και ο νεανίας να επιλέξει ό, τι δεν είχε με τον Όζυ στα φωνητικά. Εάν ο μικρός τύχαινε αγύριστο κεφάλι, ο φωστήρας δεν θα επέμενε αλλά θα προλαβαίνε να ρίξει την υποτιμητική του ματιά στο εξώφυλλο που τράβηξε την προσοχή. Χρόνια μετά θα διαπίστωνα πως μερικοί δίσκοι με τον Όζυ μπορούσαν όντως να περιμένουν, και εδώ το αιρετικό έγκειται στο ότι δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στους δύο τελευταίους.
Βόιβοντ, Σόιλεντ Γκρην και Τουνταίυ ιζ δε Νταίυ | Athens
Ο Στηβ Όστιν παρακολουθούσε ήρεμος τη συναυλία από τη δεύτερη σειρά. Έπειτα από τα σχετικά συχαρίκια και με μέρος του κοινού να έχει προεξοφλήσει την έξοδο του πριν τους χεντλάινερς, τον ρώτησα για τους Βόιβοντ. «Μαν, τους αγαπώ!» Η βραδιά αυτή, μια αταίριαστη σφήνα για κάποιους στα προγράμματα των μουσικών, είχε βρει τους υποστηρικτές της στα ίδια τα συγκροτήματα και σε όσους τα συνόδευαν. Ένα σεβαστό ποσοστό του κοινού δηλαδή, αν λάβει κανείς υπόψιν πως το Αν την Τετάρτη που μας πέρασε δεν γέμισε, χωρίς όμως αυτό να χαλάει κάποιον: ο έξτρα χώρος αξιοποιήθηκε καταλλήλως, οι μπύρες μεταφέρονταν πιο εύκολα προς τον κόσμο και τη σκηνή ενώ ένα συμπαγές θρας ακροατήριο ήταν παρών και ανυπόμονο (τέτοια προσμονή για βουτιές είχα να δω από την παιδική χαρά, στην ουρά για την τσουλήθρα). Συνέχεια
Αξέπτ | Athens
Μια γιορτή αστικής μουσικής, αλλά όχι από το είδος εκείνο που θα απασχολούσε ποτέ τους αστούς. Το κοινό ετερόκλητο, σε βαθμό που έλεγες πως αυτοί οι οικογενειάρχες, οι ομοφυλόφιλοι, τα ξεχασμένα πιτσιρίκια από τη δεκαετία του ενενήντα και αυτά που αντιγράφουν εκείνα της δεκαετίας του ογδόντα δεν θα είχαν καμία ευκαιρία να ξανασυναντηθούν. Υπήρξε κάποιος προβληματισμός για την τιμή, ίσως επηρεάστηκαν μερικοί από τις μπάρες που σήκωναν για να φθάσουν στην πρωτεύουσα, γεγονός όμως αποτελεί πως όσοι παρευρέθησαν πλήρωσαν 1,6 ευρώ το τραγούδι· φαντάσου ένα μηχάνημα του μετρό όπου θα επέλεγες με είκοσι λεπτά παραπάνω από την τιμή του εισιτηρίου να παρουσιαστούν μπροστά σου οι Αξέπτ και να παίξουν κάποια γνωστή τους επιτυχία. Σε πόση ώρα θα είχε μπλοκάρει ένα τέτοιο μηχάνημα από τα κέρματα; Δεν θέλω να το εξευτελίσω όμως: ο κόσμος πλήρωσε για να κάνει τους Αξέπτ να περάσουν καλά, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τους επιστραφεί εις διπλούν.
Κειπ Οφ Καλέσσιν και Αλεξάντερ Ρύμπακ | The Divine Land
Οι Ντάρκθρoουν κάποτε είχαν προσθέσει στο εσώφυλλο μιας παλιάς τους κυκλοφορίας τη σημείωση το πιο μισητό συγκρότημα του πλανήτη. Πέρασε καιρός από τότε αλλά κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν το πίστευαν σε κάποιο βαθμό, πόσο μάλλον αν κατάφεραν τελικά να πετύχουν στο τόσο ανταγωνιστικό περιβάλλον τους μια τέτοια διάκριση. Αναγνωρίζεται όμως πως έβαλαν τα δυνατά τους ώστε να ανταποκριθούν στην αυτοανακήρυξή αυτή. Οι Κειπ Οφ Καλλέσιν σήμερα φαίνεται πως δεν ιδρώνουν ιδιαίτερα ενώ ο κάθε χρόνος τους φέρνει και λίγο πιο κοντά στον παραπάνω τίτλο: αρκετοί ημιπαράφρονες της υποκουλτούρας εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να λοξοκοιτούν εκκλησίες, περιμένοντας ίσως κάποια ευκαιρία για να γιορτάσουν τη μη λύση των προβλημάτων τους. Την ίδια στιγμή οι διαβολοπρεπείς Νορβηγοί δεν έχουν βρει απλώς νόημα στην ύπαρξή τους αλλά το γιορτάζουν κιόλας, επιστρατεύοντας τον Αλεξάντερ Ρύμπακ· έναν χαζοβιόλη φαινομενικά, ο οποίος όμως έχει σοδόμησει τα αυτιά χιλιάδων με τη μπαγκέτα του, προκαλώντας απέχθεια και δυσφορία με τρόπους άγνωστους στον μέσο μπλακ μέταλ μισάνθρωπο, π.χ. με ρίνγκτοουνς. Συνέχεια




























































